Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

23.04.14

Μπρόντσμπερυ

«Χριστούλη μου» αναφώνησε μια απ’ τους επιβάτες στον ηλεκτρικό. Μπορεί να αναφώνησαν κάτι και κάποιοι απ’ τους υπόλοιπους που άκουσαν το ήχο απ’ την παλάμη στο μάγουλο ή που είδαν το σκηνικό αλλά εκείνο το «Xριστούλη μου» ακούστηκε όσο δυνατά και ο κρότος. Το παιδάκι δεν έκλαψε. Φαινόταν έτοιμο αλλά δεν έκλαιγε ακόμα. Κοιτούσε απορημένο τους άλλους να το κοιτάνε.
Ο διάλογος που ακολούθησε μεταξύ της εκκαλούσας του Χριστού και της γυναίκας που μόλις είχε σφαλιαρίσει το παιδί που κρατούσε με το άλλο χέρι, είχε κάπως ως εξής:
«Κάνε πιο δίπλα σκύλα για να μην στην σφυρίξω»
«Είσαι στα καλά σου;»
 «Σταμάτα να μου μιλάς. Βρωμάει η ανάσα σου»
«Θα σε χτυπήσω όπως χτύπησες το παιδί, ανάγωγη». Αυτό για την αναπνοή φάνηκε να την πείραξε πιο πολύ απ’ την σφαλιάρα.
«Είναι παιδί μου»
«Και τί πάει να πει αυτό;» «Δώσε μου το όνομα σου και θα σου πει η πρόνοια αν μπορείς να βαράς το παιδί σου επειδή είναι παιδί σου. Δεν φταίει αυτό που είναι παιδί σου.»
Τώρα είχε κοκκινίσει και έσφιγγε το χεράκι του παιδιού της ασυναίσθητα.
«Δώσε μου εσύ το όνομα σου σκύλα»
«Δώσε μου το όνομα σου. Φοβάσαι;»
«Μαίρη Τζόνσον. Τώρα σειρά σου.»
«Κουίν Ελίσαμπεθ.»
Η Μαίρη Τζόνσον γούρλωσε τα μάτια και σκέφτηκε ότι αυτή ήταν πιο τρελάρα απ’ την ίδια.
«Ναι, Κουίν Ελίσαμπεθ. Θες να στο κάνω σπέλλινγκ; Γράφε Κάππα, ό..» είπε γυρνώντας την πλάτη της ενώ το τρένο έκοβε ταχύτητα στον σταθμό. Στον Μπρόντσμπερυ  όπως έγραφε στις πινακίδες.
Η πόρτα έκανε μπιπ μπιπ και περίμενε ένα άγγιγμα στο κουμπί για να ανοίξει.
Δεκάδες άρχισαν να βγαίνουν απ’ όλες τις πόρτες. Οι πιο πολλοί με ακουστικά στα αυτιά. Οι πιο πολλοί έδειχναν να μην δίνουν δεκάρα για το θέατρο που μόλις είχε εξελιχθεί μπροστά στα μάτια τους.
«Μαμά πήγα να την κλωτσήσω στο καλάμι αλλά δεν πρόλαβα» είπε το αγοράκι που έψαχνε ένα  ενθαρρυντικό χάδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου