Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Σέντραλ Παρκ (μικρή ιστορία)



Στο αντρόγυνο που λίγο-πολύ έμοιαζε με αυτό της ιστορίας μου, τη Μέρα των Ευχαριστιών σ΄ένα παγκάκι στο Σέντραλ Παρκ.




Σέντραλ Παρκ

Τα ποδήλατα, το πέταγμα της μπάλας ανάμεσα σε μια παρέα τριών-τεσσάρων νεαρών, ήταν μόνο μερικά απ’ αυτά που θεωρούσαμε αποσπάσεις. Χωρίς να το λέμε, στα βουβά. Αλλά το γνωρίζαμε ότι η αντίληψη μας για τα γύρω δρώμενα ταυτιζόταν.
Όταν ο ήλιος ξεγλύστρισε απ’ τα σύννεφα, η μέρα έγινε πιο ζεστή απ’ όσο θα περίμενε κανείς για τελευταία Πέμπτη του Νοέμβρη. Θα μπορούσαμε να είχαμε φορέσει πιο ‘λαφριά ρούχα, αν και από καιρό, έτσι και εκείνη τη μέρα, το κρύο ή η ζέστη δεν ήταν παρά δυο κενές λέξεις. Κρύο, ζέστη.
Πιστεύαμε οτί κανείς δεν μας πρόσεχε, όπως και εμείς δεν δίναμε ιδιαίτερη σημασία στους περιπατητές και αυτούς που στεκόταν για λίγο και μετά έφευγαν. Κάποιοι, για ένα παράξενο λόγο κυρίως παιδιά, ή έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον, μας έριχναν μια φευγαλέα ματιά, πιο πολύ όμως επειδή τύχαινε να καθόμαστε εκεί απ΄όπου περνούσε το βλέμμα τους παρά για να προσέξουν εμάς. Νιώθαμε απαίσια, απαίσια, αλλά δεν προξενούσαμε ούτε ένα βλέμμα αποστροφής, εμείς στο παγκάκι, με χέρια πλεγμένα, τα δικά μου καλλυμένα σε δερμάτινα γάντια, βλέμμα απλανές, συνεπαρμένο από στιγμές στο παρελθόν, μέσα στα μαύρα ρούχα μας. Δύο ενωμένα στα πλευρά ανθρωπόμορφα γεράκια, ανάμεσα στις οικογένειες που κρύωναν μέσα στα πολύχρωμα φουσκωτά μπουφάν τους, τους νεαρούς που έπαιζαν φούτμπολ και ίδρωναν μέσα στα τισέρτ τους, τους τουρίστες που αποθανάτιζαν τη στιγμή. Ακούνητα και ασάλευτα, όχι παρατηρώντας το προδικασμένο θήραμα, αλλά τραυματισμένα, καταδικασμένα σε αργή βασανιστική λύτρωση, κάπου ανάμεσα σε δυο άλλες κενές λέξεις. Ζωή, θάνατος.   
Θυμηθήκαμε ένα παλιό απόγευμα στο ίδιο μέρος, στο Σέντρα Παρκ. Όμως η σκέψη τρέχει χωρίς να την ελέγχεις. Πήγε στη βόλτα που ακολούθησε. Στην άμαξα που έσερνε το καφέ άλογο και κατηφορίσαμε την 6η Λεωφόρο. Και δεν έστρεψες τα μάτια σου ούτε μια φορά προς τα εμάς. Κρύφτηκες στον ανασηκωμένο γιακά του μπουφάν σου. Ντρεπόσουν που είχαμε βγει βόλτα μαζί και σε ανεβάσαμε σ’ εκείνη την άμαξα. Αν σ’ έπαιρνε κάνα μάτι... Με τους γονείς πάνω σε άμαξα! αυτό ντρεπόσουν! Και είχες δίκιο. Είχες μεγαλώσει για όλα αυτά. Αν και πάλι, όχι τόσο όσο πίστευες. Καλά έκανες και χώθηκες στο μπουφάν, όμως. Είχε όντως κρύο. Εκείνο το κρύο ακόμα μπορούμε να το νιώσουμε. Όχι σαν αυτό το καινούργιο...
Και σήμερα θέλουμε να χωθούμε και εμείς μες στον γιακά των κατήμαυρων πανωφοριών μας, γιατί αν μας έβλεπες σ’ αυτό το παγκάκι θα ντρεπόσουν για μας. Θα καθόσουν παραδίπλα. Αμήχανος. Ανυπομονώντας να χαθούμε από προσώπου γης. Γιατί είχαμε γίνει μουγγοί, τυφλοί, μουδιασμένοι, μέσα και έξω. Και δυστυχώς που να πάρει, δεν ήμασταν ήρωες σε μια πλαστή δραματική ιστορία ενός μυθιστορήματος. Αν ήταν έτσι, θα παρακαλούσαμε τον Δημιουργό μας, να μας μετατρέψει στην επόμενη πρόταση, ή στην επόμενη παράγραφο αν χρειαζόταν χρόνο για να το σκεφτεί, σε μαύρα γεράκια και θα πετούσαμε μακριά απ’ εκεί, ο ένας απ’ τον άλλον. Και η μόνη μας έννοια θα ήταν το επόμενο τρωκτικό που θα βρίσκαμε. Αυτό και μόνο αυτό. Και τι ωραία ζωή! Για μας, φυσικά. Καημένο τρωκτικό! Γιατί τώρα το μόνο που μας ανάγκασες να κάνουμε είναι σκεφτόμαστε αυτό που χάσαμε. Στο παρελθόν και στο μέλλον.
Για πόση ώρα στεκόταν δίπλα;
Μόλις άφησα το σημειωματάριο μου πλάι μου, δύο γεράκια φτερούγισαν δυνατά και πέταξαν μακριά το ένα απ' τ’ άλλο. Και εγώ έμεινα να σκέφτομαι για λίγο αν τα χώρισα για πάντα ή θα ξανασυνατιόντουσαν σε κάποιο δέντρο στο βάθος του πάρκου.