Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Μικρή χειμωνιάτικη ιστορία



Όλα κρύφτηκαν στο χιόνι

Τράβηξε τη μια απ’ τις δύο καρέκλες λίγο παραέξω απ’ το μικρό τραπεζάκι της κουζίνας και κάθισε. Δεν γύρισα να τον κοιτάξω, το συμπέρανα απ’ τον ήχο. Εξάλλου δεν μίλησε καθόλου και μ’ έναν αδιόρατο τρόπο, μου απαγόρευσε να εκστομίσω τις λέξεις που κρεμόταν για ώρες απ’ τα χείλη μου όταν επιτέλους γύρισε πίσω στο καταφύγιο, η διαμονή στο οποίο μόλις δυο μέρες πριν, πίνοντας ζεστή σοκολάτα στο διαμέρισμα μου, μου είχε φανεί λαμπρή ιδέα. Η κουζίνα στην πραγματικότητα δεν ήταν κουζίνα, παρά μόνο ένας χώρος που απλωνόταν για δύο τετραγωνικά μέτρα πίσω απ’ την πλάτη του καναπέ στον οποίο καθόμουν και έβλεπα το χιόνι να ξαναρχίζει να πέφτει απ’ τον ουρανό. Σίγουρα έπρεπε να πάρει να σκοτεινιάζει όπου να ‘ναι, -δεν φορούσα ρολόι για να το εξακριβώσω-,  αλλά λόγω του χιονιού που σκέπαζε τον ανοιχτό ορίζοντα, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι μου, το μέρος ήταν τόσο φωτεινό λες και ήταν ακόμα δέκα η ώρα το πρωί ή το έλουζε το φως άσπρων προβολέων, όπως αυτών που φωτίζουν τα αθλητικά γήπεδα όταν διεξάγονται νυχτερινοί αγώνες.

Τώρα έτρωγε κάτι ανόρεκτα, έβλεπα με την άκρη του ματιού μου τα χέρια του να κόβουν μια φέτα ψωμί σε μικρές μπουκιές και να ανεβοκατεβαίνουν μηχανικά απ΄ το τραπεζάκι στο στόμα του. Αφού είχαν περάσει πέντε λεπτά χωρίς να μιλήσουμε, χωρίς να παραδεχτούμε ότι ήμασταν και οι δυο απελπισμένοι, είπε ότι καλύτερα να σταματούσαμε το ψάξιμο για σήμερα, με ότι και αν συνεπαγόταν αυτό, και να ξεκινούσαμε πάλι αύριο, πρωί-πρωί και οι δύο μαζί. Ωστόσο, πιθανώς διακρίνοντας την ανησυχία μου, πρόσθεσε, πως αν ήθελα να βγω και εγώ εκεί έξω, δεν θα με εμπόδιζε και ας μην ήξερα την περιοχή τόσο καλά όσο εκείνος. Η φωνή του ακουγόταν καινούργια. Άψυχη και κάπως ξένη. 

Είχε αφήσει τις μπότες του παραδίπλα της στοίβας των ξύλων για το τζάκι, κάτω απ΄ την κρεμάστρα για τα πανωφόρια. Τις φόρεσα με ευκολία γιατί φορούσε ένα με δύο νούμερα μεγαλύτερα από  ‘μενα, αλλά και μικρότερες να ήταν θα ζοριζόμουν να τις φορέσω γιατί τα αθλητικά που είχα κουβαλήσει ήταν τελείως ακατάλληλα για τις χιονισμένες πλαγιές. Δεν του χρέωσα τα λάθος παπούτσια μου παρ' όλο που βασίστηκα στη διαβεβαίωση του πως δεν θα έκανε τίποτα περισσότερο από μια παγωμένη ψιχάλα αργά τη μαύρη νύχτα και πάλι χωρίς να είναι βέβαιο. Σύμφωνα με το δελτίο καιρού, όπως είπε. Οι μπότες του ήταν ακόμα ζεστές. Μια ζέστη που ένιωσα σαν αποστροφή με ένα σφίξιμο που διαπέρασε τη σπονδυλική μου στήλη. Υπέθεσα ότι οι κάλτσες του θα είχαν ιδρώσει όπως ίδρωναν κάθε φορά που τα έκλεινε σε οποιοδήποτε ζευγάρι παπουτσιών δεν έπαιρνε επαρκές αέρα. Περπάτησα λίγα βήματα μέχρι να φτάσω στην πόρτα και ένιωσα σαν το μικρό παιδί που θέλει να μεγαλώσει γρήγορα και φοράει μπαμπαδίστικα ρούχα ή ξυρίζεται με το κουτάλι, όντας απείρως μικρότερο απ΄ την ηλικία που θα βγάλει γένια. Είπα μην ανησυχείς και έκλεισα την πόρτα. Δεν ήξερα αν εννοούσα να μην ανησυχεί για μένα, ή για εκείνη που ήταν για ώρες άφαντη, ή και για τους δύο. Σε καμία περίπτωση δεν ήμουν σίγουρος ότι θα γύριζα μαζί της αλλά το ένα βήμα ακολουθούσε το άλλο λες και δεν τα όριζα εγώ και το καταφύγιο ήταν πλέον μια κουκίδα ανάμεσα σε δέντρα που τα κλαδιά τους βάραιναν απ΄ το κρύο χιόνι. Ήξερα ότι περπατούσα πάνω στο δρόμο που μας είχε φέρει εκείνο το ίδιο πρωί στο καταφύγιο με το φορτηγάκι που κάποια Σαββατοκύριακα γινόταν το μέσον φυγής του απ’ την πόλη και τις καθημερινές χρησιμοποιούσε για τις εκφορτώσεις στη δουλειά. Έπρεπε να ήταν σταθμευμένο έξω απ’ το σπίτι του μέχρι την Δευτέρα, όπως τα περισσότερα Σαββατοκύριακα και όχι να είναι εγκλωβισμένο έξω από ένα καταφύγιο στη μέση του πουθενά. Η οργή μου ξεπήδησε ξαφνικά μέχρι τον λαιμό μου, -έτσι ένιωσα-, και για μια στιγμή νόμισα ότι θα με έπνιγε. Δεν ήξερα ότι όλο το προηγούμενο της μέρας την κρατούσα κάπου κρυμμένη. Ήταν σαν ένας μαύρος σκύλος που ξεπετάχτηκε απ’ το πουθενά, μου γάβγιζε και μου έδειχνε τα δόντια του. Νόμιζα ότι μετά την πρώτη αγωνία και αναστάτωση, μόλις συνειδητοποιήσαμε ότι έλειπε περισσότερη ώρα απ’ όσο θα έπαιρνε για να πάει και να γυρίσει από τον σύντομο περίπατο για να ξεμουδιάσει απ’ το ταξίδι με το φορτηγάκι, όσο εμείς θα ελέγχαμε το καταφύγιο για τρωκτικά ή σπασμένους σωλήνες απ’ το κρύο, υπήρχε μόνο απόγνωση. Δεν ήξερα ότι είχα οργή. Που μας είχε φέρει εδώ… Που μας το είχε προτείνει για να δούμε τάχα που περνάει κάποια απ’ τα Σαββατοκύριακα του ο πατέρας, εκείνο το πρωί που μας είχε καλέσει, ενώ δε το συνήθιζε, και τους δύο για πρωινό στο σπίτι της… Που πίστεψα ότι την έπιασαν ξαφνικά οι καλοσύνες, ενώ μας την είχε φέρει πανηγυρικά! Που ότι ήθελε να κάνει στον εαυτό της δεν το έκανε απλά στο σπίτι της, στο υπνοδωμάτιο της και ήθελε και το συφερτό μαζί της. Όπως είχε κάνει ήδη δυο φορές στο παρελθόν, χωρίς μεγάλη όπως επιτυχία. 

Την ίδια στιγμή όμως οι σφυγμοί μου έτρεχαν και απ’ την αγωνία. Αν είχε χαθεί κατά λάθος; Φορούσε κάτι πολύ-πολύ ζεστό για να μην πεθάνει απ’ την παγωνιά; Διατηρούσε ακόμα την ψυχραιμία της; Είχε μαζί τα χάπια της; Σκέφτηκα ότι μπορεί να ανησυχούσε και για εμάς που σίγουρα φανταζόταν πόσο είχαμε τρομάξει και στην απόγνωση της είχε από πάνω να κατηγορεί τον εαυτό της για την κατάσταση στην οποία μας είχε όλους περιπλέξει και με μιας κατηγόρησα και εγώ τον εαυτό μου που είχα έστω και για μια στιγμή επιτρέψει στον εαυτό μου να σκεφτεί εγωιστικά. Που είχα ευφρανθεί με την ιδέα να συνεχίσω να περπατάω και να φύγω μακριά και απ’ τους δύο, που μια ζωή κατάφερναν να δημιουργούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ανυπόφορες καταστάσεις.

Μετά από πόσο δεν ξέρω, πήρα το δρόμο για πίσω. Συνειδητοποίησα, ότι δεν είχα σκοπό να παρεκκλίνω απ΄ το μονοπάτι που προχωρούσα και σίγουρα δεν υπήρχε περίπτωση να τη βρω κάπου εκεί, γιατί σίγουρα το μονοπάτι ήταν απ’ τα προφανή μέρη που αν βρισκόταν και η ίδια θα είχε καταφέρει να γυρίσει και στο καταφύγιο ή αν ήθελε να μη τη βρούμε, σίγουρα θα έμενε μακριά. Ίχνη δεν υπήρχαν, μόνο αυτά που άφηνα εγώ πίσω μου στην αφράτη λευκή κουβέρτα. 

 Έκανα απλά μεταβολή. Ήταν εύκολο. Νόμιζα ότι θα συνέχιζα αδιάκοπα μέχρι να τη βρω, αλλά με ιδρωμένη πλάτη απ’ την ένταση και το χοντρό μπουφάν και κόκκινα μάγουλα απ’ την έκθεση στο κρύο ένιωθα ότι έπρεπε να βρίσκομαι αλλού. 

Είδα τα παπούτσια της μόλις άνοιξα την πόρτα και το μπουφάν της κρεμασμένο. Από κάτω, το πάτωμα είχε γίνει σκούρο απ’ το νερό που έσταζε απ’ το χιόνι που έλιωνε. Έκλεισα την πόρτα αλλά το πρόσωπα τους παρέμεναν ασάλευτα. Δεν γύρισαν να με κοιτάξουν. Μπορεί από ντροπή, από ενοχή, από φόβο, από αγάπη. Δεν κοιτούσαν καν ο ένας τον άλλο. Τα χέρια της ήταν μέσα στην πρόχειρη καλύβα που είχαν φτιάξει οι χούφτες του πάνω στο τραπεζάκι της υποτιθέμενης κουζίνας. Τα βλέμματα τους ήταν εκεί που ήταν οι σκέψεις τους. Έξω σηκώθηκε αέρας και ο καθένας έτρεχε να χωθεί στο λαγούμι του μπας και περνούσε χωρίς να τους παρασύρει και αυτή τη φορά.