Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

14.06.14

Καλοκαίρι 93΄


            Ήταν το καλοκαίρι που ακούγαμε το «Αχ, μελισσούλα-μελισσάκι» όπου και αν πηγαίναμε. Και αν σου φαίνεται εξωπραγματικό τo να αναφέρομαι σ’ αυτό, εξωπραγματικό μου φαινόταν και εμένα ένα τραγούδι να είναι τόσο μεγάλη επιτυχία. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία που θυμάμαι στα εννιά μου χρόνια. Νούμερο 1 έλεγαν στους ραδιοφωνικούς σταθμούς που ακούγαμε στο γκρι Βόλβο, του οποίου το χρώμα λαμπύριζε στην αντηλιά, γυρνώντας τα μεσημέρια απ’ την θάλασσα στο χωριό, και εμείς λιώναμε απ’ την ζέστη μέχρι να αρχίσει η επίδραση του αέρα όταν πιάναμε τον Εθνικό δρόμο μετά την κίνηση στην κατοικημένη παραθαλάσσια περιοχή που κάναμε τα μπάνια μας. Τα A/C δεν υπήρχαν ακόμα στα αυτοκίνητα, ή τουλάχιστον όχι στο δικό μας. Εμένα μου άρεσε όμως αυτό το αμάξι. Για την εποχή του ήταν τζαμάτο. Αυτό που μου άρεσε πιο πολύ ήταν ότι είχε γερούς υαλοκαθαριστήρες. Πιανόμουν λοιπόν απ’ αυτούς σφιχτά, όσο πιο σφιχτά γινόταν, ξάπλωνα στο καπό και η μηχανή έπαιρνε μπρος. Ο μπαμπάς μου, διέσχιζε την απόσταση πλατεία του χωριού-σπίτι, -ήταν δεν ήταν πενήντα μέτρα-, και εγώ ένιωθα σαν τον Τομ Κρουζ στο Mission Impossible. Αν και νομίζω τότε δεν γνώριζα ούτε σαν όνομα τον Τομ Κρουζ και τα Mission Impossible βγήκαν χρόνια μετά. Τότε το πολύ-πού να ήξερα τον κύριο Χρήστο τον Φαρμακοτρίφτη απ’ το Ρετιρέ ή τον Πέτρο απ’ το Χάι Ροκ.
            Το καλοκαίρι λοιπόν του 93΄, ξεκινούσε όπως κάθε καλοκαίρι. Ξέπλενες από πάνω σου την σχολική χρονιά με ένα ωραιότατο μπουγέλο και έτρεχες να αγοράσεις απ’ το βιβλιοπωλείο το πολύ-βιβλίο «Διακοπές» έναντι χιλίων δραχμών. Την πρώτη μέρα ήσουν ενθουσιασμένος την δεύτερη το είχες ξεχάσει. Όλα πέρα απ’ την σελίδα δεκαπέντε, καθαρά, ατσαλάκωτα, άλυτα.
            Το καλοκαίρι του 93’ όλα τα συνομήλικα αγόρια είχαμε αγοράσει ένα πολύ συγκεκριμένο καπέλο καπετάνιου για την θάλασσα. Αυτό με την άγκυρα, το μπλε γείσο και το κίτρινο κορδόνι.  Έδειχνε τρία νούμερα μεγαλύτερο απ’ τα κεφάλια μας. Δεν μπορεί, θα μας έχεις δει σε φωτογραφίες του τότε. Επίσης τρώγαμε σουβλάκια, παίζαμε μέχρι που νύχτωνε και μαζευόμασταν σπίτι κατά τις εννιά μισή, δέκα. Γδέρναμε τα γόνατα μας στο παιχνίδι και δεν μας ένοιαζε. Μετρούσαμε τα μπάνια μας (πρέπει να ‘χα κάνει γύρω στα 60 με 80), κάποιοι μετρούσαν λάθος τα μπάνια τους, γιατί θεωρούσαν σαν ξεχωριστά αυτά που ξαναέμπαιναν όταν είχαν κάτσει ας πούμε για μισή ώρα στην αμμουδιά, μετρούσαμε τα παγωτά μας, τα γκολ που πετυχαίναμε σε τέρματα σχηματισμένα με πέτρες που είχαν απόσταση πέντε βήματα μεταξύ τους, μετρούσαμε τα κέρματα που ρίχναμε στα ηλεκτρονικά, τις πίστες που περνούσαμε στο Bubble, στο Tetris ή στο Street Fighter, τις μέρες που μας απέμεναν μέχρι να ξαναρχίσει το σχολείο. Μετά τον 15αύγουστο όμως. Πιο μπροστά νομίζαμε ότι το καλοκαίρι θα απλωνόταν μέχρι το άπειρο.


Καλοκαίρι 13΄


            Το καλοκαίρι του 13΄, είκοσι χρόνια μετά, δεν ξεκίνησε αγοράζοντας το «Διακοπές» έναντι χιλίων δραχμών. Ξεκίνησε κλείνοντας τις Διακοπές για την Ελλάδα, για το χωριό κοντά στην παραθαλάσσια περιοχή και για την Κρήτη, μέσω διαφόρων σχετικών σάητ στο ίντερνετ, κάποιο βροχερό απόγευμα απ’ το διαμέρισμα στο Λονδίνο.
            Το καλοκαίρι του 13΄ είχε πολύ μουσική στα ακουστικά, στο από και προς την δουλειά με το μετρό και το λεωφορείο. Το mp3 με τους Django Django είχε λιώσει απ’ την επανάληψη. Και κάτι Cat Power και τέτοια είχε αρκετά. Μάλιστα έκανα πολλά βιντεάκια με τραγούδια του «Νότου» οδηγώντας το αυτοκινητάκι μου όσο ήμουν στην Ελλάδα. Ασπρόμαυρα. Με την βεβαιότητα που έχεις ως ενήλικας πλέον εκ των προτέρων ότι τα καλοκαίρια περνάν’, δεν μένουν, γίνονται αναμνήσεις.
            Το καλοκαίρι του 13΄ είχε καύσωνα στο Λονδίνο μετά από χρόνια. Την εβδομάδα πριν ταξιδέψω στην Ελλάδα. Ιδρωμένες μασχάλες, ιδρωμένοι κώλοι, ιδρωμένες κλειδώσεις, υγρασία κολλημένη με ατμοσφαιρικούς ρύπους στο πρόσωπο, πονοκέφαλος απ’ τον ήλιο και τέτοια. Έτσι είναι το καλοκαίρι χωρίς έστω την προοπτική επίσκεψης στην θάλασσα.
            Ωστόσο, στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης στα μέσα του Ιουλίου ήταν η πραγματική ζέστη. The real thing. Η ζέστη σαν αίσθηση στην πλάτη. Καλώς τον, με καλωσόρισε.
            Μετά, κάθε μέρα ήταν συνάντηση με φίλους που είχα να δω από οχτώ μήνες το λιγότερο μέχρι πέντε χρόνια το περισσότερο. Βόλτες στην θάλασσα, βραδινά ποτά και φιστίκια, καρπούζι, δροσιά, κρύα ντουζ τρεις η ώρα την νύχτα, μεσημεριανές ζέστες που ερήμωναν τα πάντα, ωραιοποίηση των ζωών μας σε συζητήσεις, υπερβολή στην χρήση της τραγικότητας σε συζητήσεις καταστάσεων που δεν είχα γίνει ποτέ αυτόπτης μάρτυρας, ειλικρινή βλέμματα και αγκαλιές για τον προσωρινά επαναπατριζόμενο νέο –εμένα δηλαδή- που του είχε λείψει η πατρίδα, καλωσορίσματα και αποχαιρετισμοί. Η παρατήρηση της παρακμής είναι αυτό που κερδίζεις όταν έχεις να δεις κάποιον για καιρό. Άνθρωπο ή τόπο. Των άλλων όμως. Την δικιά σου την παρακμή την βλέπουν οι άλλοι. Υπάρχει όμως αμοιβαία διάθεση για ωραιοποίηση τα καλοκαίρια, απ’ όλους.
            Έτσι έγινε και αυτό του 13΄. Δεν υπήρχε κάποιο μεγάλο αθλητικό γεγονός, οπότε όλοι μαζευόμασταν για να τα πούμε, να τα πιούμε, να γελάσουμε. Τίποτα δεν αποσπούσε κανέναν εκείνες τις ώρες που βρισκόμασταν, φίλοι με φίλους. Εκτός απ’ την κρίση βέβαια, που και αυτή έδειχνε να έχει γίνει μια συνήθεια όπως και η ζέστη. Την ξεχνάς. Μαθαίνεις σχετικά εύκολα να την κρύβεις κάτω απ’ τις μασχάλες.
            Δεν μετρούσαμε πλέον παγωτά και μπάνια άλλα όλοι πάω στοίχημα δεν θα χάναμε ευκαιρία για ακόμα ένα.
         Μετά το αεροπλάνο μου απογειώθηκε για τον Βορρά ξανά. Η θάλασσα ξεμάκρυνε. Έμεινε εκεί. Πάντα όμως μένει εκεί. Σκάει στην ακτή και υποχωρεί πάλι πίσω. Μόνο αυτό ξέρει να κάνει. Αλλά τουλάχιστον πάντα ξαναγυρνάει.

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

09.05.14

Πιο πέρα απ' το βλέμμα

Πρώτον,
θυμάμαι ακόμα πως έπινες
τον καφέ σου.
«Φτιάξε μου έναν»
και σου έφτιαχνα.
Κάποιες φορές καλαμπουρίζοντας
κάποιες φορές αργόσυρτα, βαριεστημένα.
Πολλοί πίνουν τον καφέ τους
όπως εσύ.
Δεν ήθελες νερό από κάποια
σκανδιναβική ή σκωτσέζικη πηγή.
Όμως,
η κλεφτή γουλιά καθώς
στον έφερνα στο γραφείο ή στην σκεπαστή αυλή
(είχε ήδη ανάψει τσιγάρο)
τώρα θα έμοιαζε μοναδική.
Σχεδόν όσο το
δαχτυλικό αποτύπωμα.
Ο ίδιος καφές για
όλες τις ώρες.
Μπορεί στις 8 και 20 το πρωί
ή στην 1 ή στις 3 και μισή.
Σπάνια αργά.
Μακάρι σε κάποιο ποτήρι
να έχει μείνει το διαφανές στο μάτι
αποτύπωμα.
Να έχει γλιτώσει απ’ τα βετέξ,
τα πράσινα χημικά και την
σχολαστικότητα.
Τώρα μετά από
-πόσο παν’;-
2 με 3 χρόνια,
Μπορώ να συνυπάρξω με τα
διαφανή αποτυπώματα,
ψήγματα DNA
πίσω απ’ τον αμετακίνητο
καναπέ,
άσκιρτα ρούχα
της δουλειάς, της καθημερινότητας,
φθαρμένα ή αφόρετα,
στοιβαγμένα
στην προστασία της ντουλάπας.

Όλες οι προστασίες
είναι παραπλανητικές.

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

06.05.14

Ιστορίες

Αλλού γέμισα τα χρόνια μου και απ’ αλλού τ’ αναπολώ. Με ανθρώπους που τ’ ακούν σαν ιστορίες. Μακρινές. Ίσα για να περνάμε τον καφέ μας, το φαΐ μας, το βραδινό ουίσκι με την βοή απ’ ένα πρόγραμμα στην τηλεόραση που κάποια στιγμή θα θυμηθώ να χαμηλώσω την ένταση. Και ύστερα ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Στο τώρα.

Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

04.05.2014

Κάνοντας μια βόλτα πάνω στη Γη

Το δροσερό αεράκι μια ζεστή ανοιξιάτικη μέρα, ίσως είναι απ’ τα πιο αισιόδοξα πράγματα που μπορεί να υπάρξουν. Δροσίζει το νοτισμένο μέτωπο και κρυώνει τα ρουθούνια σου. Είναι απλός αέρας αλλά είναι πολύ καλή ντόπα για τον οργανισμό. Και η πιο φτηνή. Για την ακρίβεια δεν κοστίζει τίποτα (για την ώρα).
Τέτοιες φτηνές ντόπες χρειάζεσαι για να επιβιώσεις σ’ αυτή τη γη. Ένα απ’ τα πιο αφιλόξενα μέρη που θα μπορούσες να ζήσεις. Λίγα μέτρα πιο ψηλά απ’ εκεί που περπατάς, λίγα μέτρα πιο χαμηλά και οι συνθήκες δεν είναι καθόλου ιδανικές. Λίγα χιλιόμετρα πιο ‘κει και βρίσκεσαι σε ζούγκλες, ερήμους, παγόβουνα, φαράγγια, παρέα με πούμα, τσίταχ, ψάρια με δόντια και κουνούπια βρωμερά.
Αλλά όσο μπορείς, ρούφα αέρα δροσερό. Όλα είναι ή μπορούν να μοιάσουν ωραία.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

03.05.2014

Εποχή των Δεινοσαύρων

Η Σαββατιάτικη μυρωδιά απ’ την μπουγάδα
σε ξυπνάει
αισιόδοξα και απαισιόδοξα μαζί.
Όλα έχουν χαθεί.
Και όλα ξαναρχίζουν καινούργια.
Ίσως λίγο πιο ταλαιπωρημένα.
Mε γονατιές στα παντελόνια.

Έξω ο ήλιος λάμπει.
Δεν έλαμψε όμως και
στην Εποχή των Δεινοσαύρων;

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

24.04.14

Ζωή πατίνι

Κάθε μεσημέρι στις 2
έβγαζε το καπέλο απ’ την σχολική
τσάντα
(την είχε γύρω στα δέκα χρόνια
τώρα)
το φορούσε ανάποδα
και έβαζε και γυαλιά ηλίου.
Σαν να είχαν ταμπέλα
ότι δεν κόστιζαν πάνω από 3
λίρες
και
ότι η συχνή χρήση
ήταν επιβλαβής για τα μάτια.
Πιο πολύ απ’ το να κοιτάς
κατάματα τον ήλιο.
Καβαλούσε το πατίνι του
και άφηνε τους άλλους
υπαλλήλους του εργοστασίου
υαλικών
πίσω του.
Τον σχολίαζαν και χασκογελούσαν.
Με το ζόρι έφερναν το
σάντουιτς στο στόμα απ’ την
αποκοπιά. Απ’ αυτά που έτρεχαν στα μυαλά τους.

Στα φρεναρίσματα
τις στροφές
τα χαλικάκια στον ανυποψίαστα
ίσιο δρόμο
στα ξεθαρρέματα του
κόντευε να πέσει.
Δεν είχε καμιά ελπίδα.
Και αυτό που λένε ότι
με εξάσκηση
όλα κατακτιούνται,
το κατέρριπτε πανηγυρικά.

Τουλάχιστον,
μας έβλεπε όλους
αφ’ υψηλού
πάνω σ’ εκείνη
την
σανίδα. 

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

23.04.14

Μπρόντσμπερυ

«Χριστούλη μου» αναφώνησε μια απ’ τους επιβάτες στον ηλεκτρικό. Μπορεί να αναφώνησαν κάτι και κάποιοι απ’ τους υπόλοιπους που άκουσαν το ήχο απ’ την παλάμη στο μάγουλο ή που είδαν το σκηνικό αλλά εκείνο το «Xριστούλη μου» ακούστηκε όσο δυνατά και ο κρότος. Το παιδάκι δεν έκλαψε. Φαινόταν έτοιμο αλλά δεν έκλαιγε ακόμα. Κοιτούσε απορημένο τους άλλους να το κοιτάνε.
Ο διάλογος που ακολούθησε μεταξύ της εκκαλούσας του Χριστού και της γυναίκας που μόλις είχε σφαλιαρίσει το παιδί που κρατούσε με το άλλο χέρι, είχε κάπως ως εξής:
«Κάνε πιο δίπλα σκύλα για να μην στην σφυρίξω»
«Είσαι στα καλά σου;»
 «Σταμάτα να μου μιλάς. Βρωμάει η ανάσα σου»
«Θα σε χτυπήσω όπως χτύπησες το παιδί, ανάγωγη». Αυτό για την αναπνοή φάνηκε να την πείραξε πιο πολύ απ’ την σφαλιάρα.
«Είναι παιδί μου»
«Και τί πάει να πει αυτό;» «Δώσε μου το όνομα σου και θα σου πει η πρόνοια αν μπορείς να βαράς το παιδί σου επειδή είναι παιδί σου. Δεν φταίει αυτό που είναι παιδί σου.»
Τώρα είχε κοκκινίσει και έσφιγγε το χεράκι του παιδιού της ασυναίσθητα.
«Δώσε μου εσύ το όνομα σου σκύλα»
«Δώσε μου το όνομα σου. Φοβάσαι;»
«Μαίρη Τζόνσον. Τώρα σειρά σου.»
«Κουίν Ελίσαμπεθ.»
Η Μαίρη Τζόνσον γούρλωσε τα μάτια και σκέφτηκε ότι αυτή ήταν πιο τρελάρα απ’ την ίδια.
«Ναι, Κουίν Ελίσαμπεθ. Θες να στο κάνω σπέλλινγκ; Γράφε Κάππα, ό..» είπε γυρνώντας την πλάτη της ενώ το τρένο έκοβε ταχύτητα στον σταθμό. Στον Μπρόντσμπερυ  όπως έγραφε στις πινακίδες.
Η πόρτα έκανε μπιπ μπιπ και περίμενε ένα άγγιγμα στο κουμπί για να ανοίξει.
Δεκάδες άρχισαν να βγαίνουν απ’ όλες τις πόρτες. Οι πιο πολλοί με ακουστικά στα αυτιά. Οι πιο πολλοί έδειχναν να μην δίνουν δεκάρα για το θέατρο που μόλις είχε εξελιχθεί μπροστά στα μάτια τους.
«Μαμά πήγα να την κλωτσήσω στο καλάμι αλλά δεν πρόλαβα» είπε το αγοράκι που έψαχνε ένα  ενθαρρυντικό χάδι.

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

22.04.14

Οι Τρίτες είναι Τρίτες και οι Δευτέρες μόνο είναι η μίζερη μέρα της εβδομάδας. Αηδίες. Όταν ξεκινάς την δουλειά Τρίτη είναι σαν να είναι Δευτέρα.
Κάποιες φορές απλά αντιλαμβάνεσαι, ότι είναι δύσκολο να περπατάς, (ενώ τόσοι άλλοι πηγαίνουν κάπου αντίθετα απ’ εκεί που πας εσύ, ή οι ορδές αγνώστων σε ακολουθούν) και να προσπερνάς το σούπερ μάρκετ, το άδειο κτίριο, το φανάρι, το άδειο καφέ.
Επίσης, είναι ωραίο όταν το μεσημέρι τα σύννεφα εξαφανίζονται και ξαναβγαίνει ο ουρανός. Θα βοηθούσε αν μπορούσαμε να δούμε μέσα απ’ τα σύννεφα κάποια βαριεστημένα πρωινά.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

19.04.14

Ελληνικό Πάσχα


Είχαμε μια παράδοση κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Προλαβαίναμε στο παρά τσακ την Ανάσταση. Και ήμασταν συνεπείς σ’ αυτό. Δώδεκα παρά πέντε έξω απ’ το προαύλιο της εκκλησίας. Όλοι ξεκινούσαμε τις ετοιμασίες ένα τέταρτο πριν. Η μάνα το μαλλί πιστολάκι στο μπάνιο, ο μπαμπάς έβαζε πουκάμισο, εγώ συνήθως είχα αποκοιμηθεί και με πρησμένα μάτια και μάγουλα έβαζα ότι έβρισκα μπροστά μου. Η αδερφή μου βαφόταν κιόλας για πέντε λεπτά παρουσίας στην εκκλησία. Τελευταία έβγαινε απ’ το σπίτι. Συνήθως πατούσε και ένα ψιλοκαβγά με την μάνα. Έτσι για το καλό. Ο Φράνκο Τζεφιρέλι έμπαινε στο mute. Έπειτα άλλος μπροστά άλλος πίσω, προχωρούσαμε το στενό με τα παλιά σπίτια και οι φωνές και η ευθυμία γινόταν όλο και πιο έντονες. Ο καθένας είχε την θέση του εκεί. Εμάς η δική μας, μας περίμενε. Παρατασσόμασταν οπότε και εμείς και περιμέναμε. Μιλούσαμε με τους γύρω μας και περιμέναμε. Όχι πολύ. Ο Χριστός Ανασταινόταν, φιλιόμασταν, τσουγκρίζαμε τα αυγά. Συνήθως ήμουν ο χαμένος της υπόθεσης αλλά έτρωγα καλά. Ο μπαμπάς έβγαζε αλάτι απ’ την τσέπη του και η μάνα τον έβλεπε. Κάθε χρόνο τα ίδια. Κάθε χρόνο το ίδιο βλέμμα. Αυτοί οι διάλογοι-τηλεγραφήματα με τα βλέμματα τα λεν’ όλα. Είναι οι πιο ξεκαρδιστικοί.
Ύστερα παίρναμε τον δρόμο της επιστροφής. Οι τέσσερις μας. Και μια ευδαιμονία που την βλέπω τώρα. Ύστερα βάζαμε φόρμες και τρώγαμε. Και ξανατσουγκρίζαμε. Σίγουρα βλέπαμε την ευδαιμονία και τότε. Έτσι είχε λόγο αυτή η επανάληψη.

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

18.04.14


Ήδη έφυγε

Λένε ότι ο χρόνος κάποιες φορές μπορεί να μην είναι τόσο αμείλικτος, όσο έχει ειπωθεί ανά τους αιώνες. Αλλά μόνο για κάποια δευτερόλεπτα. Δύο ή ακόμα και τρεις στιγμές σε όλη σου την ζωή αν είσαι πολύ τυχερός…
Όπως όταν για παράδειγμα είχες οδηγήσει κάποιο απόγευμα ενός περασμένου Ιούλη. Του πιο ζεστού που θυμάσαι. Με την πλάτη στο ηλιοβασίλεμα, άρα θα ήταν γύρω στις οχτώ και μισή ή εννιά παρά κάτι.  Δεν έχει καμιά σημασία.
Μουσικές του Νότου έβγαιναν απ’ τα βραχνά ηχεία. Ποιος σου είχε γράψει εκείνη την κασέτα; Αν ξανάκανες την ίδια βόλτα, σίγουρα θα τραγουδούσες με όλη σου την φωνή.
Το τσιγάρο ακόμα καίει στα χείλη αν το σκεφτείς δυνατά.
Οι στάχτες διαλύονται μ’ ένα τίναγμα.
Δεν υπάρχει πιο κάτω.
Πρόλαβαν και χόρεψαν όμως στον καλοκαιρινό αέρα.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

17.04.14

Σε μια διαδρομή λεωφορείου

Ένας Βρετανός τύπος στο μπροστά κάθισμα είπε στους Ιταλιάνους  επιβάτες παραδίπλα να βάλουν ζώνη ασφαλείας. «Είναι ο Νόμος».
Μπορούσα να δω μέσα απ’ τους φακούς των γυαλιών του. Σκοτεινοί με πολλούς παραμορφωτικούς βαθμούς μυωπίας.
Έμοιαζε απ’ αυτούς τους τύπους που μπορούν να βγάλουν όπλο και να μην αφήσει ίχνος απ’ τους συνεπιβάτες του. Συμπεριλαμβανομένου και εμένα.
Θα δήλωνε στα νέα των 6’: «Βάλτε με να σαπίσω πίσω απ’ τα σίδερα. Είναι ο Νόμος».

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

16.04.14

Τώρα

Υπάρχει μόνο το τώρα.
Και το φως απ’ τ’ αστέρια που φτάνει εδώ απόψε, από χιλιάδες χρόνια πριν μακριά.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

15.04.14

Κόκα-κόλα

Πιο πολύ απ' όλα μου 'κανε εντύπωση η έκφραση στα πρόσωπα τους. Και τα βλέμματα τους. Άλλοτε κυριευμένα απ' την σκοτεινιά και άλλοτε να λάμπουν. Ανάλογα με τις απαιτήσεις του ρόλου.
Άτιμη φάρα αυτοί οι ηθοποιοί. Μπορούν να σε κάνουν να πιστέψεις ότι θέλουν.
Εκείνη την φορά η θέση ήταν ακριβώς δίπλα στην σκηνή. Και η σκηνή ήταν στην μέση  του θεάτρου. Δέκα εκατοστά μόνο υπερυψωμένη. Και με είχαν! Πίστευα ότι έλεγαν! Μόνο στο τέλος ξαφνιάστηκα. Το τενεκεδάκι της κόκα-κόλα έπεσε, σχεδόν μπροστά στα πόδια μου, και από μέσα έτρεξε νερό. Νερό! Το διανοείσαι;

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

14.04.14

Σκόνη

Μια αχτίδα ήλιου αρκεί.
Για να δεις την σκόνη.
Πετάει ανάλαφρη. Σχεδόν μαγική.
Αλλά πέφτει βαριά.
Σε ότι στέκεται ακίνητο για περισσότερο
απ' όσο παίρνει για να το φτάσει.
Ξεκινάει από ποιος ξέρει που,
και λίγο-λίγο κάθεται σε ότι κάθεται.
Τόσο λίγο-λίγο
που ένα τίναγμα την διώχνει μακρυά. Αλλά,
για πόσο μπορείς να τινάζεις κάτι
που έχει αφεθεί;
Και ο ένας κόκκος σκόνης γίνονται δύο. Μετά
στρώμα. Και μετά αρχίζει να αλλάζει αυτό
που της έδωσε ανάπαυση στο ταξίδι
από ποιος ξέρει που...
Και ένα τίναγμα δεν φτάνει. Λερώνει το
χέρι σου. Και λες ασ' το. Έτσι ήταν να γίνει.

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

12.04.14

Σάββατο απόγευμα

Καφές μετά τον απογευματινό ύπνο.
Το ζεστό δωμάτιο.
Στον καναπέ υπάρχει ακόμα το βαθούλωμα
στο μαξιλάρι.
Τοπία στην πορσελάνη του φλιτζανιού
απ' τον καφέ. Βουνά ή καταρράχτες.

Ο ήχος απ' τον συρμό διαρκεί για λίγο. Ξανάτρεξε
έξω απ' το παράθυρο.
Τα φώτα εξαφανίστηκαν μαζί με την φασαρία μακρυά.
Το ρολόι φεύγει απ' τις οκτώ και δέκα.
Άσε τον κόσμο έξω να τρέχει.

08.02.14

(παρμένο από το σημειωματάριο μου, γραμμένο στις 8.2.14)

Μια ολόκληρη κενή σελίδα. Ακολουθούμενη από ένα ολόκληρο κενό σημειωματάριο. Ακόμα άγραφο. Οι σελίδες τόσο όμορφα ατσαλάκωτες ακόμα. Χωρίς δαχτυλιές από φαγητά ή παραμορφωμένες και κιτρινισμένες από ξεραμένο καφέ πάνω τους. Εδώ και τρείς γραμμές όμως, έχει αρχίσει να αλλάζει. Λέξεις η μία πίσω απ’ την άλλη είναι έτοιμες να το αλλάξουν. Ψέματα ή αλήθειες είναι έτοιμα να έρθουν να πλαγιάσουν πάνω στα φύλλα του μια για πάντα. Σαν ανεξίτηλα τατουάζ.
Πριν περίπου δύο χρόνια πέθανε ο μπαμπάς μου. Πριν δύο χρόνια παρά δύο μέρες. Σήμερα ξαναπήγαμε όλοι όσοι έχουμε απομείνει. Το μόνο παρήγορο στο ότι βρίσκεται εκεί, είναι ότι αν μπορούσε να δει, θα του άρεσε η θέα. Σχεδόν δημιούργησα την εικόνα στο μυαλό μου, όταν κοντοστάθηκα στο αυτοκίνητο, λίγο πριν φύγουμε. Θα καθόταν στο τσιμεντένιο ντουβαράκι που φράζει τον περίγυρο του κοιμητηρίου, απεριποίητο, άβαφο και πρόχειρα φτιαγμένο, αλλά βολικό, αφού το ύψος του φτάνει μέχρι το ύψος της μέσης ενός μέσου ανθρώπου  καθιστώντας το απόλυτα προσιτό για να ξαποστάσει κάποιος για λίγο. Και εκείνη η θέα. Σχεδόν σαν να μας αποχαιρέτησε για το απόγευμα φευγαλέα με μια στωική ματιά και μετά ξαναγύρισε στην θέα του. Για πολλούς σίγουρα δεν υπήρχε κάτι το αξιοσημείωτο να δεις. Αλλά, ήταν τα χωράφια και οι πλαγιές που μεγάλωσε, μόχθησε, γέλασε, έπαιξε, έτριψε τα γόνατα του. Το βασίλειο του, σαν να λέμε. Και πόσα χρώματα! Μπλε στον ουρανό και πράσινο στα λοφάκια. Μπορούσες να δεις και εκείνο το άλογο που μου 'λεγε στις ιστορίες να τρέχει κάπου εκεί. Ακόμα και αν δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα, υπήρχε σε ιστορίες. Αν ο κόσμος είναι μαγεία και ισχύουν οι πεποιθήσεις μερικών, εύχομαι, να έχει ξαναγεννηθεί σαν άλογο. Αδάμαστο. Και να τρέχει ελεύθερα και να μην του έχει δώσει κανείς όνομα, σε κανέναν να μην ανήκει, αλλά να το λένε Αστραπή. Όπως έλεγαν το άλογο στις ιστορίες.
Ένιωσα τα πόδια μου να πατάνε στο έδαφος. Η άσφαλτος ήταν κάτω απ’ τα πόδια μου και οριοθετούσε την απόσταση μας.
«Μη στηρίζεσαι στην πόρτα, θα κρεμάσει» είπε η αδερφή μου. Μπήκαμε όλοι στο αμάξι και πατήσαμε το γκάζι.  Δεν φύγαμε όμως ολόκληροι από εκείνο το μέρος. Είδαμε όλοι για λίγο από εκείνο το σημείο, τη θέα.